19 Μαΐου 2014

O ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ-ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΗΣ ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Το φθινόπωρο του 332 π. Χ. ο στρατός των Μακεδόνων και λοιπών Ελλήνων - γύρω στις σαράντα χιλιάδες άνδρες -εισέβαλε στην Αίγυπτο, με αρχηγό τον νεαρό βασιλιά των Μακεδόνων, τον Αλέξανδρο. Δυο χρόνια νωρίτερα, ο μεγάλος στρατηλάτης των Ελλήνων είχε καταβάλει την κραταιή Περσική Αυτοκρατορία. Πριν φθάσει στην Αίγυπτο είχε κατατροπώσει τον στρατό που είχαν συγκεντρώσει οι Πέρσες σατράπες στον ποταμό Γρανικό, και τον στρατό των Περσών του οποίου ηγείτο ο ίδιος ο Μεγάλος Βασιλιάς των Περσών, στην Ιψό, στις ακτές της Συρίας. Μέχρι το Φθινόπωρο του 332 οι Πέρσες είχαν εξαφανιστεί από τις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, εκτός από την Αίγυπτο. Εκεί, ήταν αρχηγός ο σατράπης Μαζάκης, που αντικαθιστούσε τον σατράπη Σαβάκη που είχε φύγει για να πολεμήσει με τον Μεγάλο Βασιλιά στην Ιψό. Η κατάληψη της Αιγύπτου ήταν απαραίτητη για τον Μεγαλέξανδρο, όπως ήταν απαραίτητη και η Κυρήνη, δυτικότερα, για τα σχέδια που εκπονούσε, δηλαδή να εισβάλει στις χώρες της Δύσης. Οι εχθροί που θα αντιμετώπιζε εκεί ήταν πολύ ισχυροί στη θάλασσα και ο στόλος του – αυτός που είχε μέχρι τώρα – δεν μπορούσε να τους αντιμετωπίσει. Ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσει το πέρασμά του στη Δύση ήταν να ελέγχει όλα τα σημαντικά λιμάνια της ανατολικής και νότιας Μεσογείου, για να μην μπορεί ο εχθρός να ανασυγκροτηθεί και να ανεφοδιάσει τα πλοία του. Έτσι λοιπόν οι Έλληνες έβαλαν πόδι στην αρχαία χώρα των Φαραώ.

Οι Έλληνες στρατιώτες δεν ήταν εντελώς άγνωστοι στους Αιγύπτιους. Στις μέρες του Ηρόδοτου, ένα αιώνα πριν, οι Αιγύπτιοι έβλεπαν τους Έλληνες σαν ανεπιθύμητους ξένους. Στο μεταξύ όμως είχε μεσολαβήσει ο εθνικός τους αγώνας κατά των Περσών και οι Φαραώ είχαν ζητήσει την βοήθεια των Ελλήνων. Οι δυο λαοί, Αιγύπτιοι και Έλληνες είχαν πολεμήσει μαζί κατά του κοινού εχθρού. Μόλις δέκα χρόνια πριν την έλευση του Αλέξανδρου, ο τελευταίος Φαραώ – που οι Έλληνες ονόμασαν Νεκτανέβωνα32 – είχε εκθρονιστεί και οι Πέρσες είχαν εγκατασταθεί ξανά στην Αίγυπτο. Οι Έλληνες λοιπόν που έφθασαν στην Αίγυπτο με τον Μεγαλέξανδρο, ήταν για τους Αιγύπτιους γνωστοί και φίλοι: ήρθαν ελευθερωτές από τον Περσικό ζυγό. Ο αγώνας κατά των Περσών ήταν ακόμα σε εξέλιξη. Για τους Αιγύπτιους, οι Έλληνες ήταν φυσικοί σύμμαχοι.

Η κατάρα της χώρας του Νείλου: ακραίες εξάρσεις ξενοφοβίας και ξενολατρείας, που ταλαιπωρούσαν πάντα – και ακόμα ταλαιπωρούν – την Αίγυπτο. Τώρα, οι Αιγύπτιοι δεν φαντάζονταν ότι οι Έλληνες δεν είχαν έλθει σαν φίλοι αλλά σαν κυρίαρχοι. Είχαν έρθει για να εγκαταστήσουν την κυριαρχία τους, πιο ισχυρή από εκείνη των Περσών. Από την ένδοξη χώρα του Νείλου είχαν περάσει πολλοί κατακτητές: οι Υξώς33, οι Αιθίοπες, οι Λίβυες, οι Πέρσες. Πάντα, στο τέλος, η Αίγυπτος τους έδιωχνε ή τους αφομοίωνε εντελώς. Ντόπιοι Φαραώ είχαν ξαναπάρει την εξουσία, η αρχαία παράδοση είχε αποκατασταθεί, η αρχαία γλώσσα είχε διατηρηθεί, η αρχαία θρησκεία είχε θριαμβεύσει.

Τώρα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά: από δω και πέρα -και φοβάμαι μέχρι το τέλος του χρόνου – δεν θα υπάρξει άλλος Αιγύπτιος Φαραώ στο θρόνο των Δυο Χωρών34. Μετά τον Αλέξανδρο η Αίγυπτος και οι κάτοικοί της θα περνούσαν στη σφαίρα του Ελληνιστικού Κόσμου35. Θα ακολουθούσαν οι Ρωμαίοι, το Ισλάμ, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, και πάλι οι Άραβες... Η αρχαία γλώσσα, η παλιά θρησκεία, ο εκπληκτικός πολιτισμός, όλα αυτά που προσδιόριζαν την Αίγυπτο για τουλάχιστον πέντε χιλιάδες χρόνια, θα αντισταθούν μεν – χάρη στην επιμονή του ιερατείου – αλλά τελικά θα χαθούν36. Η Αίγυπτος των Φαραώ, οι θεοί της, ο πολιτισμός της, η τέχνη της θα παραμείνουν για πάντα θαμμένα στη άμμο της ερήμου και στη λάσπη του Νείλου. Στο μέλλον, θα αποκαλύπτονταν σε μας αργά και βασανιστικά.  

Τίποτα από όλα αυτά δεν γνώριζαν οι Αιγύπτιοι που καλωσόρισαν στη χώρα τους σαν απελευθερωτή τον Μεγαλέξανδρο το 332. Το καθεστώς των Περσών κατέρρευσε χωρίς να προβάλει καμιά αντίσταση. Όμως οι Αιγύπτιοι έπρεπε ίσως να είναι υποψιασμένοι: ένας τυχοδιώκτης Μακεδόνας, ο Αμύντας37 ο γιος του Ανδρομένη, που είχε πολεμήσει στο πλευρό των Περσών, είχε προσπαθήσει με οκτώ χιλιάδες άνδρες να εισβάλει στην Αίγυπτο. Οι Αιγύπτιοι, κατάλαβαν τότε από τις λεηλασίες του, ότι έπρεπε να τον εκδιώξουν, και το έκαναν. Τώρα όμως δεν μπορούσε ούτε καν να συζητηθεί αντίσταση κατά του Μεγαλέξανδρου. Ακόμα και ο Μαζάκης, ο τοποτηρητής Πέρσης σατράπης, διέταξε τις πόλεις, αρχίζοντας από το Πηλούσιο38, να ανοίξουν τις πύλες τους στο στρατό του Αλεξάνδρου. Αυτός, αφού τοποθέτησε φρουρά στην πόλη, ακολούθησε τον Νείλο και έφτασε πρώτα στην Ηλιούπολη39 και μετά στην Μέμφιδα40. Αν πιστέψουμε τον Κούρτιο41, ο Μαζάκης, στην Μέμφιδα, παρέδωσε στον Αλέξανδρο όλο το θησαυρό της πόλης, που ανερχόταν σε οκτακόσια τάλαντα και όλα τα καλά που βρίσκονταν στο παλάτι. Ο Μεγαλέξανδρος μπήκε στο παλάτι και κάθισε στο θρόνο των Φαραώ, κάτι που ούτε ο Μαζάκης είχε τολμήσει. Ο Κούρτιος (αν τον πιστέψουμε) λέει ότι ο Μεγαλέξανδρος ακολούθησε την τελετή ενθρόνισης των παλιών Φαραώ, στο ιερό του Φθα στη Μέμφιδα. Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η αφήγηση του Κούρτιου μπορεί να είναι ιστορική αλήθεια, αν λάβουμε υπόψη μας τόσο τον χαρακτήρα του Αλέξανδρου όσο και την κατάσταση στην Αίγυπτο, όπου οι μεν ντόπιοι τον έβλεπαν σαν ελευθερωτή οι δε Πέρσες, μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας τους, ζητούσαν τρόπο να αποσυρθούν. Το σίγουρο είναι ότι από δω και πέρα, ο Αλέξανδρος έδρασε σαν πραγματικός διάδοχος των Φαραώ. Ένας μύθος από τον τρίτο μ. Χ. αιώνα λέει ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν γιος του Φαραώ Νεκτανέβωνα, ο οποίος πήρε τη μορφή όφεως και γονιμοποίησε τη σύζυγο του Φίλιππου του Μακεδόνα.

Δεν αποκλείεται ο μύθος να κρύβει κάποια αλήθεια! Ο Αλέξανδρος τίμησε εξαιρετικά τους αρχαίους θεούς της Αιγύπτου. Η συμπεριφορά του – σε αντίθεση με τους Πέρσες προκατόχους του, που σε μια έκρηξη θυμού είχαν προκαλέσει την τιμή των Αιγυπτίων σκοτώνοντας τον ιερό ταύρο Άπι – ήταν παραδειγματική: αμέσως μετά την άφιξή του στη Μέμφιδα (και αν πιστέψουμε την ιστορία του Κούρτιου), μετά την ενθρόνισή του προσέφερε θυσία προς τιμή των θεών της πόλης. Η θρησκεία των Περσών, ο Ζωροαστρισμός, τους επέβαλλε να περιφρονούν τις ειδωλολατρικές τελετές άλλων λαών. Οι Έλληνες όμως, που αισθάνονταν πραγματικά ανώτεροι από όλους τους βαρβάρους, τιμούσαν και σέβονταν τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της αρχαίας Αιγύπτου. Η Αίγυπτος για τους Έλληνες ήταν η περίεργη χώρα των θαυμάτων. Τα Ομηρικά έπη, που όλοι ψιθύριζαν, μιλούσαν για την Αίγυπτο με θαυμασμό. Η τρομερή αρχαιότητα, τα πελώρια μνημεία, οι εντυπωσιακοί ναοί, η αρχαία τάξη που επιβίωνε για χιλιετηρίδες, η σοφία των ιερέων της, ασκούσαν στους Έλληνες μια ακαταμάχητη γοητεία. Όλοι σχεδόν οι σπουδαίοι Έλληνες είτε είχαν πράγματι επισκεφτεί την Αίγυπτο, είτε θα ήθελαν να την είχαν επισκεφτεί. Όλοι οι φυσικοί φιλόσοφοι είχαν ασχοληθεί με το θαύμα του Νείλου, που φουσκώνει κάθε χρόνο με ακρίβεια ρολογιού και γονιμοποιεί την απέραντη χώρα. Ο Ηρόδοτος, ο αγαπημένος των Ελλήνων της κλασσικής εποχής, τα είχε πει όλα. Ο Πλάτωνας την είχε θαυμάσει. Ο Πυθαγόρας είχε μελετήσει στην Αίγυπτο. Ακόμα και οι παλιοί Ίωνες φιλόσοφοι, ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Παρμενίδης,   όλοι σχεδόν οι Προσωκρατικοί είχαν μαθητεύσει – κατά την παράδοση – στην Αίγυπτο, όπως και οι Ελεάτες και οι ατομικοί, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος. Όσο για τον ίδιο το Σωκράτη, φήμες τον ήθελαν Αιγύπτιο... Και τώρα οι Έλληνες βρίσκονταν κάτω από τους επιβλητικούς πυλώνες της απίστευτης αρχαίας Αιγυπτιακής παράδοσης, ανάμεσα στα φοινικόδεντρα και τις οάσεις, σε μια χώρα για την οποία οι πατεράδες και οι παππούδες τους είχαν μιλήσει με θαυμασμό. Και μάλιστα, οι Έλληνες βρίσκονταν εδώ όχι σαν απλοί επισκέπτες αλλά σαν κυρίαρχοι.