2 Ιουλίου 2017

Η πίστη, η αδιάκριτη αγάπη και η ταπεινοφροσύνη μάς οδηγούν στον Παράδεισο


του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ


Η Ευαγγελική Περικοπή αυτής της Κυριακής (Ματθαίου 8,5-13) αναφέρεται στη μεγάλη αρετή της πίστεως στο Θεό, η οποία όμως πάντοτε πρέπει να συνοδεύεται κι από τις άλλες μεγάλες αρετές που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη ζωή του καλού ανθρώπου, όπως είναι οι αρετές της ταπεινοφροσύνης και της αδιάκριτης αγάπης προς κάθε άνθρωπο που έχει την ανάγκη μας.Η όλη στάση του Ρωμαίου αξιωματικού προς τον Ιησού αποδεικνύει ότι κοντά στο Θεό βρίσκεται αυτός που έχει τις αρετές αυτές. Έτσι στο διάλογο του με τον Ιησού ο Ρωμαίος εκατόνταρχος ομολογεί με πολύ ταπείνωση «Κύριε,ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Θα περίμενε κανείς, ως συνήθως, ότι ο Ρωμαίος εκατόνταρχος ως αξιωματούχος των κυρίαρχων κατοχικών στρατευμάτων στη περιοχή της Καπερναούμ, αλλά και λόγω της Ρωμαϊκής υπεροψίας και του επαγγέλματος του να παρουσιάζεται με ένα συναίσθημα υπεροχής, περιφρόνησης και με ύφος δεσποτικό, όπως δηλαδή συνέβαινε το 1974 με τους βάρβαρους Τούρκους αξιωματικούς στη Κύπρο που βίαζαν ανήλικα παιδιά και ηλικιωμένες γριές γιαγιάδες και πυροβολούσαν ανυπεράσπιστα άοπλα γεροντάκια, ή όπως συμπεριφέρονται τώρα οι Εβραίοι αξιωματικοί στους άοπλους αδελφούς μας Παλαιστινίους, ή όπως χιλιάδες αδελφοί μας υπόφεραν για σχεδόν μισό αιώνα στην Χώρα αυτή με την απαράδεκτη πολιτική των φυλετικών διακρίσεων και της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού της Χώρας. Ο Θεός όμως αναδεικνύει ηγέτες που σώζουν τους λαούς τους. Τέτοιοι ηγέτες ήταν ο Μωϋσής, ο Γκάντι, ο Κενυάτα, ο Νάσσερ, ο Νυερέρε, ο Eθνάρχης Μακάριος, ο Νέλσων Μαντέλα, ο Αραφάτ, ο Οτσαλάν.

Το παράδειγμα του Ρωμαίου εκατόνταρχου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κάθε εποχή για τη συναδέλφωση των λαών και την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων. Έτσι βλέπουμε τον Ρωμαίο εκατόνταρχο να πλησιάζει τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό με ένα τρόπο όλο μετριοφροσύνη και ικετευτικά να παρακαλεί τον Ιησού για την θεραπεία του δούλου του.
Για να καταλάβουμε το μεγαλείο της πράξεως του Ρωμαίου εκατόνταρχου πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι την εποχή εκείνη οι δούλοι από κοινωνικής πλευράς δεν θεωρούντο άνθρωποι. Τους έβλεπαν ως πράγματα όπως είναι τα άλλα πράγματα που τα χρειάζεται ο άνθρωπος για μια καλύτερη ζωή. Θεωρούσαν δηλαδή τους δούλους πράγματα καλά, όχι όμως απαραίτητα. Φαίνεται ότι η μόνη εξαίρεση σ’ αυτή την κοινωνική αδικία ήταν ο Ρωμαίος εκατόνταρχος που με πολύ αγάπη βλέπει τον δούλο του ως τον συνάνθρωπόν του που πρέπει να βοηθούσε όπως θα αντιδρούσε για να βοηθήσει έναν από τους γονείς του ή ένα από τα παιδιά του ή ένα από τους συγγενείς του.
Στο διάλογο του Χριστού με τον Ρωμαίο εκατόνταρχο, ο εκατόνταρχος αποδεικνύεται ότι είναι ένας άνθρωπος εκλεκτός που προκαλεί ένα μοναδικό θαυμασμό γιατί σύμφωνα με το λόγο του Χριστού «ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον».
Και στην περίπτωση αυτή το θαύμα είναι καρπός της πίστεως του ανθρώπου που βρίσκεται σε ανάγκη και ζητά από το Χριστό να επέμβει για να λυτρωθεί, έστω κι αν η ωφέλεια του θαύματος αναφέρεται σε κάποιο άλλον από το πρόσωπο που το ζητά. Από εδώ φαίνεται η μεγάλη αξία της προσευχής μας για τα πρόσωπα που αγαπούμε. Γι’ αυτό η προσευχή μας για τους άλλους είναι απαραίτητη, είναι έκφραση της πίστης μας στο Χριστό ότι η δύναμη του Θεού είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τη δύναμη της κακίας των κακών ανθρώπων.
Όταν λέμε ότι πιστεύω σε κάποιον σημαίνει ότι τον εμπιστεύομαι. Έτσι στη περίπτωση του εκατόνταρχου το μεγαλείο της πίστεως του στον Ιησού Χριστό φαίνεται από το μέγεθος της εμπιστοσύνης του στο πρόσωπο του Χριστού, όπου πιστεύει ακράδαντα όχι μόνο η παρουσία του Χριστού κοντά στον άρρωστο δούλο θα επιφέρει τη θεραπεία του, αλλά ότι και ο απλός λόγος του ακόμη μπορεί να το θεραπεύσει. Γι’ αυτό και ο Χριστός θαυμάζοντας τη μεγάλη του πίστη, του είπε «ύπαγε, και ως επίστευσας γεννηθήτω σοι». Και πραγματικά, από την στιγμή εκείνη, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ματθαίου, ο Παραλυτικός δούλος του εκατόνταρχου έγινε καλά.
Η πίστη του εκατόνταρχου δημιουργείται από την αγάπη του προς τον συνάνθρωπό του, που στην προκειμένη περίπτωση εκφράζεται με το άμεσο ενδιαφέρον του για την θεραπεία του δούλου του, ο οποίος έστω και δούλος δεν παύει να είναι δημιούργημα κατ’ εικόνα Θεού, παιδί του Θεού, γι’ αυτό και αδελφός μας.
Ανάμεσα στα άλλα προσόντα που διέκριναν τον Ρωμαίο εκατόνταρχο ήταν και το ταπεινό του φρόνημα, ήταν άνθρωπος ταπεινός. Άλλωστε αυτό που τον οδηγεί στην ομολογία της αναξιότητας του να φιλοξενήσει στο σπίτι του τον Ιησού είναι το ταπεινό του φρόνημα. Η διαπίστωση αυτή του εκατόνταρχου δεν γίνεται βέβαια λόγω ακαταλληλότητας του σπιτιού του, αλλά διότι έχει συναίσθηση της προσωπικής του αναξιότητας σε σχέση με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Και το πιο σημαντικό είναι ότι αναγνωρίζει κι ομολογεί και γνωστοποιεί την αναξιότητα του δημόσια.