Oλο και περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο, σε όλο και νεαρότερες ηλικίες, πέφτουν στη «γλυκιά παγίδα» του διαβήτη.
Το ενθαρρυντικό είναι ότι η φαρέτρα της επιστήμης εμπλουτίζεται συνέχεια με νέα όπλα ενάντια στη νόσο.
Τα μηνύματα αυτά έστειλαν, μεταξύ των άλλων, επιστήμονες που συγκεντρώθηκαν στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, την περασμένη εβδομάδα, για το ετήσιο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο για τη νόσο.
Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας για το Σακχαρώδη Διαβήτη, ο αριθμός των διαβητικών στην υφήλιο ξεπερνά τα 250 εκατομμύρια ανθρώπους.
Μάλιστα, όπως τόνισαν οι ειδικοί, τα επόμενα 20 χρόνια, εάν δεν υπάρξουν σημαντικές παρεμβάσεις, ο αριθμός αυτός θα ανέλθει στα 380 εκατομμύρια. Εκείνο που προβληματίζει την επιστημονική κοινότητα είναι το γεγονός ότι η νόσος προσβάλλει πλέον με μεγάλη συχνότητα, μικρότερες ηλικίες, παιδιά και νέους.
Το φαινόμενο αποδίδεται στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας, στην κακή διατροφή και την έλλειψη σωματικής άσκησης.
Οι ειδικοί τόνισαν ότι η ασθένεια είναι μια βραδυφλεγής βόμβα, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό των ασθενών -που φτάνει μέχρι το 50% – δεν γνωρίζει το πρόβλημά του. Όταν, όμως, η πάθηση μένει χωρίς έλεγχο, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.
Η σωστή ρύθμιση της νόσου είναι καθοριστική στην εξέλιξή της, όμως δεν είναι καθόλου εύκολο για το διαβητικό ασθενή. Στο συνέδριο παρουσιάστηκε μια σημαντική μελέτη, η οποία έδειξε σημαντική μείωση του κίνδυνου καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας με το σωστό έλεγχο της γλυκόζης με αυτοεξέταση.
Μάλιστα, οι ειδικοί τόνισαν την ανάγκη εκπαίδευσης των ασθενών ώστε να μην αμελούν την αυτοεξέταση, που συνιστάται για όλους τους τύπους διαβήτη.
«Ειδικά ο έλεγχος της γλυκόζης στο αίμα πριν και δύο ώρες μετά το φαγητό είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την ανίχνευση και τη διαχείριση της μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας (PPHG) και των μεταγευματικών διακυμάνσεων της γλυκόζης στο αίμα (PPG)», μας εξήγησε η Magdalena Gershater, καθηγήτρια ενδοκρινολογίας στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Μάλμο της Σουηδίας και συμπλήρωσε:
«Παρέχει στους ασθενείς με διαβήτη πολύτιμες πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, σχετικά με τις επιπτώσεις της ποσότητας και της σύνθεσης του φαγητού στη γλυκόζη του αίματός τους. Έτσι, τους επιτρέπει να προσαρμόσουν τον τρόπο ζωής και τη διατροφή τους με τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται κατάλληλος γλυκαιμικός έλεγχος και πρόληψη των επιπλοκών.
Από την πλευρά του ο καθηγητής Luiis Monnier, από το ερευνητικό κέντρο του Μονπελιέ της Γαλλίας, πρόσθεσε ότι πολλοί ασθενείς κάνουν τη SMBG μόνον ενώ νηστεύουν ή πριν από τα γεύματα, γεγονός το οποίο δεν παρέχει πάντοτε πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με το πώς επηρεάζει ο τρόπος πρόσληψης των υδατανθράκων τις γλυκαιμικές αποκρίσεις.
Συνεπώς, οι επαγγελματίες της υγειονομικής περίθαλψης καλούνται να εκπαιδεύσουν τους ασθενείς τους σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με υψηλές συγκεντρώσεις PPG (> 150mg/dL) και να σιγουρευτούν ότι οι ασθενείς κατανοούν ότι τα επίπεδα της μεταγευματικής γλυκόζης καθορίζονται από το συνολικό ποσό των υδατανθράκων που καταναλώνονται.
Οι ειδικοί τόνισαν ότι οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να ελέγχουν τις τιμές τους τακτικά σε διάφορες χρονικές στιγμές κατά τη διάρκεια της ημέρας και πρότειναν να τους παρέχεται βοήθεια με τη δημιουργία ενός σχεδίου εξέτασης, ώστε να βελτιστοποιηθούν τα οφέλη της SMBG.
Όπως εξήγησαν, η βέλτιστη συχνότητα και οι μορφές της αυτο-παρακολούθησης εξαρτώνται πάντα από διάφορους παράγοντες – τον τύπο του διαβήτη, τις εναλλακτικές της επιλεγμένης θεραπείας, την εξατομικευμένη οριοθέτηση στόχου της HbA1c, καθώς επίσης και τις προγευματικές και μεταγευματικές τιμές της γλυκόζης στο αίμα. Σε αυτή τη διαδικασία βοηθούν σημαντικά οι νέοι καινοτόμοι μετρητές (παρουσιάστηκαν στοιχεία για τον Contour), οι οποίοι διευκολύνουν την εξατομικευμένη διαχείριση της νόσου.
Κινδυνεύουν όσοι:
είναι άνω των 45 ετών
έχουν αυξημένο σωματικό βάρος και ειδικότερα, με κεντρική εναπόθεση του λίπους γύρω από τη μέση και την κοιλιά
έχουν ιστορικό διαβήτη τύπου 2 στην οικογένεια
όσες γυναίκες γέννησαν παιδί άνω των 4 κιλών ή όσες πάσχουν από διαβήτη κύησης
οι υπερτασικοί και οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο
πάσχουν από δυσλιπιδαιμίες.
κάνουν καθιστική ζωή
είναι άνω των 45 ετών
έχουν αυξημένο σωματικό βάρος και ειδικότερα, με κεντρική εναπόθεση του λίπους γύρω από τη μέση και την κοιλιά
έχουν ιστορικό διαβήτη τύπου 2 στην οικογένεια
όσες γυναίκες γέννησαν παιδί άνω των 4 κιλών ή όσες πάσχουν από διαβήτη κύησης
οι υπερτασικοί και οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο
πάσχουν από δυσλιπιδαιμίες.
κάνουν καθιστική ζωή
Τα συμπτώματα
Υπερβολική δίψα
Συχνή διούρηση
Κόπωση
Θολή όραση
Υπερβολική δίψα
Συχνή διούρηση
Κόπωση
Θολή όραση